Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ: ΕΘΝΙΚΗ ΕΝΤΑΞΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΦΟΜΟΙΩΣΗ

«Στον πρώιμο δέκατο ένατο αιώνα οι διαφορετικές γλωσσικές ομάδες ανάμεσα στους Ορθόδοξους της περιοχής επιδείκνυαν σημαντική αλληλεγγύη. Καθώς το βασισμένο στη γλώσσα εθνικιστικό πρόγραμμα διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη με την συνακόλουθη προσπάθεια να αναστηθούν προηγούμενα βασίλεια ως έθνη-κράτη, σοβαρή σύγκρουση προέκυψε με τους ετερόφωνους Ορθόδοξους οι οποίοι απέρριπταν την αφομοίωση. Η περιοχή με την οξύτερη αντιπαράθεση ήταν η Μακεδονία. Εδώ, οι περισσότεροι Βλάχοι, που αποκαλούσαν τους εαυτούς τους ‘Αρομούνοι’[Aroumanoi (sic)] και μοιράζονταν το Ρωμαϊκό υπόβαθρο και τις εμπορικές κλίσεις με πολλούς ελληνόφωνους, προτίμησαν το ελληνικό κράτος από τις εναλλακτικές προς αυτό λύσεις. Παρόλα αυτά, ωστόσο, μερικοί προσελκύσθηκαν από την γλωσσική συγγένεια με τα Ρουμανία, παρά τη γεωγραφική απόσταση…». Αυτά, μεταξύ άλλων, αναφέρει ο C. Carras στο άρθρο του “Greek identity: A long view”, που συμπεριλαμβάνεται στο συλλογικό τόμο BalkanIdentitiesπου εξέδοσε πρόσφατα ηM. Todorova[1].
Είναι πράγματι αληθές ότι με την αποσύνθεση της πολυ-εθνοτικής οθωμανικής αυτοκρατορίας και την εξάπλωση του νεωτερικού εθνικού φαινομένου στη Βαλκανική η αναζήτηση διαφοροποιητικών παραγόντων ανάμεσα στις ορθόδοξες εθνοτικές ομάδες, που προηγουμένως ταυτίζονταν σε μεγάλο βαθμό με βάση το σύστημα των millet, επικεντρώθηκε κυρίως στη γλώσσα, που ήταν άλλωστε σχετικά ασφαλές «αντικειμενικό» κριτήριο αλλά και πρόσφορο για ταξινομήσεις στο πλαίσιο του γενικού εθνικού προγράμματος˙ αυτό έτσι κι αλλιώς, άλλωστε, στηρίχτηκε αρκετά στο «γλωσσικό εθνικισμό». Η προσπάθεια της ελληνικής πλευράς να συντηρήσει την ταύτιση του ελληνισμού με την ορθοδοξία[2], εκτός από τις εθνικές αποσχιστικές εκκλησιαστικές κινήσεις των άλλων βαλκανικών εκκλησιών από το «ελληνίζον» Οικουμενικό Πατριαρχείο, προκάλεσε και άλλου είδους αντιδράσεις εθνοτήτων, που ανέπτυξαν το δικό τους ξεχωριστό εθνικό κίνημα με απώτερο σκοπό τη συγκρότηση εθνικού κράτους. Αυτό συνέβη με τις περισσότερες εθνοτικές ομάδες, οι οποίες ανέπτυξαν κατά έναν στερεότυπο τρόπο τις εθνικές τους αφηγήσεις με άξονα το δόγμα της «εθνικής αφύπνισης ή αναγέννησης», στο πλαίσιο των οποίων η καλλιέργεια μιας ενιαίας εθνικής γλώσσας και μιας εθνικής λογοτεχνίας αποτέλεσε βασική μέριμνα.[3]
Οι Βλάχοι μέσα στο πλαίσιο αυτών των διεργασιών παρουσιάζουν μια πολύ ενδιαφέρουσα απόκλιση. Αν δεχτούμε το εξελικτικό σχήμα σύμφωνα με το οποίο στη νεώτερη εποχή με την ανάπτυξη των εθνικών ιδεωδών προηγούμενες εθνοτικές ομάδες διεκδικούν την μετεξέλιξή τους σε εθνικές μέσω της συγκρότησης εθνικού κράτους, αυτό στην περίπτωση των Βλάχων δεν συνέβη ποτέ. Η συζήτηση για το πώς και γιατί αυτής της ιστορίας είναι μεγάλη και δύσκολη, τόσο που θα ήταν αφελές να πιστεύαμε ότι θα μπορούσαμε να καταπιαστούμε μαζί της στο πλαίσιο μιας ανακοίνωσης.
Θα προσπαθήσουμε, λοιπόν, να εξετάσουμε τις πολιτισμικές διαστάσεις της ένταξης των Βλάχων του ελλαδικού χώρου στο ελληνικό έθνος-κράτος και της συνακόλουθης σταδιακής αφομοίωσής τους. Θεωρητικά προσεγγίζουμε το ζήτημα από την οπτική γωνία της κοινωνικής και πολιτισμικής ανθρωπολογίας, υιοθετώντας μια ολιστική αντιμετώπιση, η οποία, απορρίπτοντας την ουσιοκρατική θεωρία, στέκεται παράλληλα κριτικά και σε οποιονδήποτε εκλεκτικισμό αλλά και στις μονομερείς θεωρήσεις του εθνικού και εθνοτικού φαινομένου.[4] Ακόμα, η προσέγγισή μας προσπαθεί να υπερβεί τις αδυναμίες του εξελικτικού σχήματος, που αντιμετωπίζει τον εθνοτισμό σαν μια προηγούμενη του εθνικισμού ιστορική πραγματικότητα, υιοθετώντας τις απόψεις ενός διαλεκτικού ιστορικού δομισμού, σύμφωνα με τις οποίες απορρίπτεται μαζί με τη γραμμική θεώρηση και η υιοθέτηση ενός μονομερούς ντετερμινισμού, που αποδίδει την όποια ιστορική εξέλιξη στην καθοριστική επίδραση του ενός ή του άλλου παράγοντα. Με αυτή την κριτική θεωρητική τοποθέτηση το εθνοτικό φαινόμενο μπορεί να προκύψει μέσα από την ίδια τη διαδικασία συγκρότησης του εθνικού κράτους και να μην προηγείται αυτού.[5]
Αυτά ως προς την έννοια της εθνοτικής ταυτότητας. Ως προς αυτή της πολιτισμικής ταυτότητας ή της πολιτισμικής «παράδοσης» μιας ιδιαίτερης ομάδας που εντάσσεται σ’ ένα έθνος και σε μια «εθνική παράδοση» που συγκροτείται με όρους συνέχειας και ομοιογένειας, πρέπει επίσης να προβούμε σε κάποιες απαραίτητες θεωρητικές διατυπώσεις. Ο πολιτισμός δεν νοείται ως ένα περίκλειστο και συνεκτικό σύνολο αλλά ως μια ανοιχτή δυναμική διαδικασία και πρακτική. Υπ’ αυτή την έννοια δεν υιοθετούμε μια στατική και ουσιοκρατική προσέγγιση στην πολιτισμική ταυτότητα αλλά μια δυναμική και ιστορική ματιά που δίνει χώρο τόσο στη δυνατότητα του μετασχηματισμού των ταυτοτήτων όσο και σ’ εκείνη της επινόησης παραδόσεων.[6]
Να δούμε, λοιπόν, κατ’ αρχάς, αν μπορούμε να μιλάμε για ένα «Βλάχικο πολιτισμό» ή για μια «Βλάχικη παράδοση». Προκαταβολικά δηλώνουμε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να υιοθετηθεί μόνο ως μια σύμβαση για την πραγμάτευση του θέματός μας και όχι ως μια πραγματικότητα. Εάν δεχόμασταν ότι υπάρχει ένας Βλάχικος πολιτισμός, θα έπρεπε να αναιρέσουμε και το θεωρητικό μας πλαίσιο, που δεν δέχεται τον πολιτισμό σαν ένα ομοιογενές και συνεκτικό σύνολο, αλλά και την ίδια την έννοια της ιστορικότητας, που συνεπάγεται μια δυναμική προσέγγιση στο χώρο και στο χρόνο. Θα μιλήσουμε λοιπόν συμβατικά για τον Βλάχικο πολιτισμό ή, αν θέλετε καλύτερα για τις βλάχικες πολιτισμικές πραγματικότητες στον ελλαδικό χώρο από της ιδρύσεως του ελληνικού κράτους.
Στο μέτρο που μπορούμε να κρατήσουμε κάποια κοινά χαρακτηριστικά όλων αυτών των κοινοτήτων και των ομάδων που αναπτύχθηκαν με βάση την κτηνοτροφική παραγωγική δραστηριότητα στον ορεινό χώρο της Πίνδου και σε σχέση με τις εγγύς πεδιάδες και τα παράλια που χρησιμοποιούν ως χειμαδιά, αυτά παραπέμπουν στην ιστορική πραγματικότητα της οθωμανικής κυριαρχίας, τη συγκρότηση των ορεινών κοινοτήτων, την οικονομική απογείωση της κτηνοτροφίας με κορύφωση την ανάπτυξη σχετικών βιοτεχνικών δραστηριοτήτων και τη μετάβαση ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού στην εμπορευματική λειτουργία.
Η συγκρότηση των βλάχικων οικισμών στα ορεινά του ελλαδικού χώρου, όπως και της ευρύτερης Βαλκανικής, χρονολογείται μεταξύ του 15ου και 16ου αιώνα μ.Χ. και σηματοδοτεί το τέλος του νομαδισμού για ένα μεγάλο τμήμα του βλάχικου πληθυσμού. Αυτή η εξέλιξη, για όσους συνεχίζουν την κτηνοτροφική δραστηριότητα, σημαίνει τη μετάβαση στις κάθετες μετακινήσεις από τα ορεινά στα πεδινά και αντιστρόφως (άνοιξη-φθινόπωρο), ένα σύστημα που είναι διεθνώς γνωστό ως transhumance.Βάση γι’ αυτές τις μετακινήσεις καθίσταται το ορεινό χωριό, που στη συνέχεια γνωρίζει μια αξιοσημείωτη ανάπτυξη.
Η άνθηση της κτηνοτροφίας, που οφείλεται στο οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο της εποχής, οδηγεί στην απογείωσή της, που μεταφράζεται σε μια σημαντική ανάπτυξη βιοτεχνικών δραστηριοτήτων σχετικών με την κτηνοτροφική παραγωγή και όχι μόνο. Μέσα από τη βιοτεχνική δραστηριότητα προκύπτει στη συνέχεια και το εμπόριο, που κατά ένα μέρος αρχίζει και ως μεταγωγική λειτουργία. Η νέα αυτή εξέλιξη, που ξεκινά ήδη από ο 17ο αιώνα και κορυφώνεται στο 19ο, θα οδηγήσει στη δημιουργία μεγάλων εμπορικών οίκων στο εξωτερικό και σε έναν μετασχηματισμό των τοπικών κοινοτήτων με παράλληλη οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική διαφοροποίηση στο εσωτερικό τους.
Η βιοτεχνικές και εμπορικές δραστηριότητες επιφέρουν οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις, με κύρια αυτή της διαφοροποίησης ενός στρώματος που εισέρχεται σ’ αυτές τις λειτουργίες, το οποίο στη συνέχεια θα παίξει σημαντικό ρόλο στην ίδια την ένταξη των τοπικών κοινοτήτων στο ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο και στον πολιτισμικό μετασχηματισμό τους. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι νέες διαστρωματώσεις παράγουν νέες αντιθέσεις στους κόλπους των κοινοτήτων, ενώ παράλληλα δημιουργείται και μια διαφοροποίηση σε δια-κοινοτκό επίπεδο, ανάμεσα σε μια κατηγορία κοινοτήτων που εξελίσσονται σε σημαντικά βιοτεχνικά και εμπορικά κέντρα και σ’ εκείνες που παραμένουν κατά βάση κτηνοτροφικές. Αυτή η κοινωνικο-οικονομική διαφοροποίηση γεννά και μια πολιτισμική διάκριση, μια διαφοροποίηση στο επίπεδο των νοοτροπιών και κατ’ επέκταση του ιδεολογικού πλαισίου, φαινόμενο που, κατά τη άποψή μας, είναι κλειδί για την κατανόηση των μετέπειτα εξελίξεων που αφορούν στην ενσωμάτωση των Βλάχων στο ελληνικό έθνος και την ενεργό συμμετοχή τους στη διαδικασία της ολοκλήρωσης του αντίστοιχου έθνους-κράτους.
Το κοινωνικό στρώμα των εμπόρων, που ξεπηδά από τους κόλπους της κτηνοτροφικής κοινότητας μέσα από συγκεκριμένους μηχανισμούς της οθωμανικής πολιτικής οικονομίας, υπερβαίνει τα όρια των τοπικών πολιτισμικών συστημάτων και των αντίστοιχων συλλογικών νοοτροπιών, ενστερνίζεται νέα πολιτισμικά πρότυπα και αξίες, διαμορφώνει μια νέα συνείδηση και εντάσσεται στους κόλπους μιας διαμορφούμενης ελίτ, που αναλαμβάνει πρωτοποριακό ρόλο και σε ό,τι αφορά τη συγκρότηση του εθνικού απελευθερωτικού κινήματος. Η διαδικασία της οικονομικής και κοινωνικής μετάβασης ταυτίζεται με έναν πολιτισμικό μετασχηματισμό, που ουσιαστικά σημαίνει την ένταξη του κομματιού αυτού της βλάχικης εθνοτικής ομάδας στους κόλπους της ελληνικής εθνικής ελίτ που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην υπόθεση της συγκρότησης του ελληνικού έθνους-κράτους αλλά και της ίδιας της εθνικής ιδεολογίας. Aπό τη στιγμή που οι εκπρόσωποι αυτής της κατηγορίας, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, διαμορφώνουν μια νεωτερική εθνική συνείδηση αυτή είναι ελληνική και σ’ αυτό σημαντικό ρόλο παίζει τόσο η ελληνική παιδεία, που ταυτίζεται με την οικονομική και κοινωνική ανέλιξη, όσο και η ορθοδοξία, που εν πολλοίς ταυτίζεται με τον ελληνισμό κατά την ανάδυση των εθνικισμών στη Βαλκανική.
Ο μετασχηματισμός μιας εθνοτικής ταυτότητας με έντονα τα τοπικά χαρακτηριστικά σε εθνική σήμανε για τους Βλάχους ουσιαστικά την ένταξή τους στο νέο ελληνικό έθνος. Πρόκειται για μια σύνθετη ιστορική διαδικασία, η οποία μπορεί να κατανοηθεί και ερμηνευτεί με τα εργαλεία μιας σύγχρονης ανθρωπολογικής θεωρίας του έθνους. Σ’ αυτή τη διαδικασία καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι οικονομικοί και κοινωνικοί μετασχηματισμοί, που οδήγησαν στη δημιουργία αυτών των κοινωνικών στρωμάτων, για τα οποία η ίδια η διαδικασία της μετάβασης ταυτίστηκε με την ένταξή τους στο ελληνικό εθνικό κίνημα. Ο ρόλος, λοιπόν, των εμπορικών στρωμάτων και μιας ιδιότυπης ελίτ διανοουμένων, που προέκυψε από τις παραπάνω διεργασίες, ήταν καθοριστικός ως προς τη συγκρότηση μιας ελληνικής εθνικής συνείδησης και στα πιο πλατειά στρώματα των βλάχικων κοινωνιών στη συνέχεια. Μην ξεχνάμε για παράδειγμα ότι μια πλειάδα εμπόρων, λογίων και κληρικών Βλάχικης καταγωγής αναπτύσσουν μια έντονη δραστηριότητα σε ό,τι αφορά τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και παιδείας, δραστηριότητα που όχι σπάνια ταυτίζεται και με μια αρνητική τοποθέτηση απέναντι στη μητρική τους γλώσσα που είναι τα βλάχικα.
Το παράδειγμα του Δανιήλ Μοσχοπολίτη (1754-1822;) είναι αρκετά χαρακτηριστικό. Ο Δανιήλ εντάσσεται στην κατηγορία εκείνη των κληρικών λογίων που αναλαμβάνουν και το ρόλο του διδασκάλου, που ακολουθώντας τις διδαχές του Κοσμά του Αιτωλού και όχι μόνο αγωνίζεται για την επικράτηση της ελληνικής γλώσσας στα Βαλκάνια. Σ’ αυτό άλλωστε το πλαίσιο εντάσσεται και η έκδοση του Τετράγλωσσου Λεξικού τουτο 1802.[7] Από την άλλη πλευρά είναι τυπικό δείγμα εμπόρου που διαθέτει μέρος της περιουσίας του για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας στην ιδιαίτερη πατρίδα του ο Μιχαήλ Τοσίτσας από το Μέτσοβο, οποίος κληροδότησε στην ιδιαίτερη πατρίδα του ένα μεγάλο χρηματικό ποσό με σκοπό την «διάδοσιν του ελληνισμού και εκρίζωσιν της επικρατούσης τοπικής διαλέκτου, της Βλαχικής καλουμένης»[8]
Ακόμα και στον παροικιακό κόσμο της κεντρικής Ευρώπης, όπου προκύπτει ανάμεσα στους λογίους Βλάχικης καταγωγής μια διαμάχη σχετικά με τον εγγραμματισμό της βλάχικης γλώσσας, κυρίαρχη άποψη φαίνεται να είναι εκείνη που υιοθετεί το ελληνικό αλφάβητο. Επιπλέον, αυτοί που υποστηρίζουν την αναγκαιότητα της διατήρησης της βλάχικης γλώσσας δεν συνδέουν αυτό το αίτημα με διεκδικήσεις εθνικού χαρακτήρα. Υπάρχει μια μερίδα λογίων που είναι υπέρμαχοι της καθιέρωσης το λατινικού αλφαβήτου για τον εγγραμματισμό της βλάχικης γλώσσας, ανάμεσά τους και κάποιοι φανατικοί της διατήρησης της γλώσσας αυτής, όπως ο Γ. Ρόζια και ο Μ. Μποϊατζής (ο δεύτερος εξέδωσε και Γραμματική της βλάχικης γλώσσας),οι οποίοι, ωστόσο, δεν φαίνεται να έχουν ξεκάθαρη θέση για τον εθνικό προσανατολισμό των Βλάχων. Μπορούμε να υποστηρίξουμε γενικά ότι, παρότι δεν αποφεύχθηκε μια διαμάχη ανάμεσα στους Βλάχους λογίους της Κεντρικής Ευρώπης και των παρίστριων χωρών σχετικά με την εθνική τους επιλογή, η μεγάλη πλειοψηφία τους συντάσσεται με την επιλογή του ελληνισμού, όπως μάλιστα αυτή διατυπώθηκε από το Ρήγα Φεραίο, και απλά μια μερίδα υπερασπίσθηκε με σθένος το δικαίωμα του σεβασμού της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας και κυρίως της γλωσσικής ετερότητάς τους. ΄Ένα αρκετά μειοψηφικό ρεύμα, που εξέφρασε έναν ιδιότυπο γλωσσικό «εθνικισμό», υποστηρίζοντας μαζί με την καθιέρωση της Βλάχικης γλώσσας και το εγγραμματισμό με το λατινικό αλφάβητο, φαίνεται να συνδέεται περισσότερο με την εμφάνιση του ρουμανικού εθνικού κινήματος, που στη συνέχεια δημιουργεί το γνωστό ζήτημα της «ρουμανικής προπαγάνδας», παρά με μια αυτόνομη Βλάχικη εθνική κίνηση.[9]
Ήδη από τον 18ο αιώνα, λοιπόν, δίπλα στον κόσμο της κτηνοτροφίας διαμορφώνεται και ο κόσμος του εμπορίου που συνδέεται με τις μεγάλες μετακινήσεις και τη διασύνδεση με τα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης. Το μέλλον του βλάχικου κόσμου διαμορφώνεται με βάση αυτούς τους δύο πόλους, με έντονη την αλληλεπίδραση μεταξύ τους αλλά καθοριστική σε ό,τι αφορά την πολιτισμική τους εξέλιξη την επιρροή του δεύτερου.[10]
Αν ο πρώτος σημαντικός σταθμός στην ιστορία των βλάχικων πληθυσμών ήταν η συγκρότηση των κοινοτήτων και η συνακόλουθη οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική τους ανάπτυξη με άξονα τη βιοτεχνία και το εμπόριο των μεγάλων αποστάσεων, ο δεύτερος ήταν η ίδια η ενσωμάτωσή τους στο ελληνικό έθνος-κράτος, μια διαδικασία μακρόσυρτη και σύνθετη, δεδομένης και της καθυστερημένης προσάρτησης των βορείων διαμερισμάτων της χώρας, στα οποία κατά βάση εντοπίζονται.
Η ενσωμάτωση στο ελληνικό έθνος-κράτος, πέρα από τον μετασχηματισμό των τοπικών-εθνοτικών ταυτοτήτων σε μια ενιαία εθνική ταυτότητα, που σήμανε και την υποβάθμιση των ιδιαίτερων πολιτισμικών χαρακτηριστικών της ομάδας προς όφελος της εθνικής ομοιογένειας, είχε ευρύτερες επιπτώσεις στην πολιτική λειτουργία των κοινοτήτων, που ισοδυναμούσαν με την αποδυνάμωσή τους, καθώς υποτάχτηκαν σε ένα συγκεντρωτικό κράτος, χάνοντας τα όποια στοιχεία αυτοδιοίκησης και αυτονομίας που τις χαρακτήριζαν στο πλαίσιο του οθωμανικού διοικητικού συστήματος.
Τα νέο διοικητικό και πολιτικό πλαίσιο λειτουργίας των τοπικών κοινοτήτων εκ των πραγμάτων τις αποδυναμώνει και πολιτισμικά, εφόσον προκαλεί σημαντικές ρήξεις στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό τους. ΄Ετσι βιώνουν μια προϊούσα παρακμή, καθώς παράλληλα εντάσσονται σε μια λογική ομογενοποίησης, όπου τα στοιχεία της ετερότητάς τους, στο μέτρο που δεν μπορούν να μετατραπούν σε περιφερειακές παραλλαγές του κεντρικού εθνικού προτύπου, περιθωριοποιούνται ή σταδιακά εξαλείφονται.[11] Πάνω από όλα σε μια σταδιακή υποβάθμιση με τελικό κίνδυνο την ίδια την εξαφάνισή της οδηγείται η ίδια η βλάχικη γλώσσα, η οποία παραμένει προφορική και χρησιμοποιείται μόνο στην μεταξύ των βλάχων επικοινωνία στους χώρους των κοινοτήτων και σε οικογενειακά πλαίσια με μια όλο αυξανόμενη τάση εγκατάλειψή της.
Η ιδιοτυπία, ωστόσο, που παρουσιάζει από την άποψη της πολιτικής οικονομίας η ανάπτυξη του σύγχρονου ελληνικού κράτους, συνάρτηση του εξαρτημένου χαρακτήρα του, και ο συνακόλουθος «δυϊσμός» του νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού με άξονα τη διχοτομία αστικό κέντρο-περιφέρεια, στάθηκαν κατά έναν ειρωνικό τρόπο ευεργετικά, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, ως προς την επιβίωση «παραδοσιακών» μορφών κοινωνικής οργάνωσης και πολιτισμικής έκφρασης.[12] Η περιθωριοποίηση της επαρχίας εμπόδισε και την ομαλή αστικοποίησή της, με αποτέλεσμα τη συνάρθρωση διαφορετικών στοιχείων κατά έναν τρόπο που οδήγησε για κάποιο χρονικό διάστημα στην αναπαραγωγή επιμέρους πολιτισμικών ετεροτήτων.
Οι κοινότητες, λειτουργώντας στο πλαίσιο ενός προβληματικού εκσυγχρονισμού, που παράλληλα με την πολυπόθητη «ανάπτυξη» παρήγαγε και όψεις υπανάπτυξης, είτε αναπτύσσοντας μηχανισμούς άμυνας είτε από αδυναμία προσαρμογής, συντηρούν στοιχεία από την «παραδοσιακή» τους οργάνωση όχι ως επιβιώσεις του παρελθόντος αλλά ως ζωντανά συστατικά της ταυτότητάς τους, μιας ταυτότητας που τελεί σε παρατεταμένη μετάβαση και σ’ έναν μετέωρο μετασχηματισμό.[13]
Γενικά, η χρονική περίοδος από την ενσωμάτωση των βορείων διαμερισμάτων της χώρας με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων (1912-13) μέχρι τη λήξη του Εμφυλίου(1949) χαρακτηρίζεται από έντονες αφομοιωτικές διεργασίες. Από τη μια οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του εθνικού κράτους και από την άλλη η ίδια η διαδικασία εκσυγχρονισμού και αστικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας συντελούν σε μια ραγδαία περιθωριοποίηση των περιφερειακών και εθνοτικών ετεροτήτων και σε μια αντίστοιχη ενίσχυση των κεντρικών προτύπων και των μηχανισμών πολιτισμικής ομογενοποίησης.
Κι ενώ όλα αυτά ακολουθούν σχετικά αργούς ρυθμούς μέχρι τον Εμφύλιο, κατά την περίοδο που ακολουθεί η επιτάχυνση αποκτά μορφή ανατρεπτικών αλλαγών, τέτοιων που μας επιτρέπει να μιλάμε για βαθιά ρήγματα στις κοινωνικές δομές και στα πολιτισμικά συστήματα της περιφέρειας.
Η μεγάλη αγροτική έξοδος και η ερήμωση ιδιαίτερα του ορεινού χώρου, μαζί με την επικράτηση των αστικών προτύπων και την αστυφιλία, δεν οδηγούν μόνο σε μια δημογραφική αφαίμαξη των Βλάχικων κοινοτήτων αλλά και σε μια διασπορά που θα σημάνει την αρχή του τέλους μιας μακράς διάρκειας. Πολύ συχνά η ρήξη με το παρελθόν παίρνει και τη μορφή άρνησης των πολιτισμικών καταβολών των ανθρώπων και η απαξίωση ενός παρωχημένου τρόπου ζωής οδηγεί στον κοινωνό στιγματισμό όσων τον εκπροσωπούν. ΄Οσοι μένουν πίσω έχουν να αντιμετωπίσουν μαζί με τα οικονομικά προβλήματα και την κοινωνική περιθωριοποίηση, ενώ αυτοί που φεύγουν κάνουν αγωνιώδη προσπάθεια να προσαρμοστούν στα αστικά κέντρα, γεγονός που έχει μεγάλες συνέπειες σε ό,τι αφορά την ίδια την πολιτισμική τους ταυτότητα.
Οι δεκαετίες του 1950 και ’60 δημιουργούν πράγματι ένα ρήγμα, η συνειδητοποίηση του οποίου, σε συνάρτηση με τις συνθήκες που επικράτησαν τις επόμενες δεκαετίες (το φαινόμενο της «επιστροφής στις ρίζες» και τα πολιτισμικά συμπαρομαρτούντα), οδηγεί σε μια γενικευμένη προσπάθεια επανασύνδεσης με τον τόπο καταγωγής και διατήρησης των πολιτισμικών παραδόσεων. Δεν είναι του παρόντος να μπούμε σε μια συζήτηση για την έννοια της «παράδοσης», όπως αυτή κατασκευάζεται στο πλαίσιο ενός ολόκληρου ρεύματος που αποκαλείται «φολκλορισμός»[14], αλλά μπορούμε να τονίσουμε το γεγονός ότι όλη αυτή η επιστροφή μένει συνήθως στο κέλυφος τω πραγμάτων, στις γραφικές όψεις του πολιτισμού, χωρίς ποτέ να θέτει ουσιαστικά ζητήματα ετερότητας. Αντίθετα, λειτουργεί γενικά μάλλον ως ένας ακόμα μηχανισμός ένταξης και αφομοίωσης.
Γενικά, η προϊούσα κοινωνική και πολιτική ενσωμάτωση, με βασικό άξονα από ένα σημείο και μετά τη διαδικασία της αστικοποίησης, επέφερε το τελειωτικό πλήγμα στα ιστορικά συμφραζόμενα της πολιτισμικής ετερότητας των Βλάχων, όπως και των άλλων περιφερειακών, τοπικών και εθνοτικών ταυτοτήτων, με αποτέλεσμα η σταδιακή αφομοίωσή τους στα κεντρικά πολιτισμικά πρότυπα, τα οποία μάλιστα αρχίζουν να ξεφεύγουν σιγά-σιγά κ από τον ίδιο τον έλεγχο του εθνικού κράτους μέσω των ευρωπαϊκών θεσμών αλλά και των μηχανισμών της παγκοσμιοποίησης στα τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Η συζήτηση περί πολυ-πολιτισμικότητας και σεβασμού των πολιτισμικών ετεροτήτων στο νέο αυτό πλαίσιο αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο που ξεφεύγει από τα όρια της παρούσας εισήγησης.
Μπορούμε να κλείσουμε με ένα ερώτημα, που δεν αφορά στους παραπάνω μηχανισμούς αλλά στις επιλογές της ίδιας της ελληνικής πολιτείας. Θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε την όποια πολιτισμική ετερότητα ως κίνδυνο για την εθνική συνοχή ή θα πρέπει να τη δούμε ως πολιτισμικό πλούτο; Θα πάψει ποτέ να είναι κατάρα και να γίνει ευλογία;

ΡΑΜΝΑ

Την εποχή της διοίκησης του Αλή Πασά στα Ιωάννινα δημιουργήθηκαν προβλήματα με τους ελληνικούς πληθυσμούς που ζούσαν στην περιοχή και ξεκίνησαν μετακινήσεις των κατοίκων, κυρίως σε δύο φάσεις.

Η πρώτη φάση των εξόδων σημειώθηκε ανάμεσα στο 1820 με 1822, την εποχή που ο Αλή Πασάς ήρθε σε ανοιχτή σύγκρουση με την κεντρική Οθωμανική εξουσία.

Στην δεύτερη φάση ανάμεσα στο 1822 με 1830 τα αίτια των εξόδων μπορούν να θεωρηθούν ως συνέπειες της επανάστασης του 1821.

Από αυτές τις δύο εξόδους δημιουργείται ένα χωριό στο όρος Μπέλλες (Κερκίνη) με το όνομα Ράμνα, το μοναδικό χωριό στην Ανατολική Μακεδονία με αποκλειστικά Βλάχους κατοίκους που κατοικούνταν σταθερά χειμώνα καλοκαίρι. Το όνομα Ράμνα στα Σλαβικά σημαίνει πεδιάδα περιγράφοντας έτσι και την διαμόρφωση του εδάφους όπου και βρίσκεται το χωριό.

Την άνοιξη του 1890 καθώς περνάει ο Gustav Weigand η Ράμνα είναι ένα χωριουδάκι με 65 σπίτια. Παλιά είχε 150 σπίτια. Οι περισσότεροι είχαν φύγει στην Τζουμαγία (Ηράκλεια) και στο Ντεμίρ Χισάρ (Σιδηρόκαστρο). Όταν ρώτησε τους κατοίκους για την καταγωγή τους ήξεραν να του απαντήσουν ακριβώς ποια οικογένεια κατάγεται από την Νέβεσκα (Νυμφαίο), ποια από την Σαμαρίνα, ποια από την Αβδέλα. Επίσης υπήρχαν οικογένειες που η καταγωγή τους ήταν από τη Μοσχόπολη και τη Νικολίτσα του Γράμμου*. Εκείνη την χρονιά ο πληθυσμός της Ράμνας αποτελούνταν από 325 άτομα. Κάθε χρόνο στην γιορτή του Αποστόλου Παύλου γινόταν πανηγύρι που διαρκούσε για τρεις μέρες.

Λειτουργούσε ελληνικό σχολείο και παρά τις προσπάθειες και τις απειλές των Βουλγάρων για δημιουργία βουλγάρικου σχολείου οι κάτοικοι δεν το δέχτηκαν.

Στις αρχή του 20ου αιώνα πολλοί από τους κατοίκους πήγαν στην Καβάλα όπου εργαζόταν στα καπνομάγαζα ενώ παράλληλα στο χωριό αναπτύχθηκαν ομάδες αντίστασης με μακεδονομάχους και καπετανάτα.

Σημαντική ήταν η βοήθεια των κατοίκων στον απελευθερωτικό πόλεμο του 1913. Ο ελληνικός στρατός με επικεφαλής τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και οδηγό τον Παρθένη Νικόλαο έναν κτηνοτρόφο από την Ράμνα ελευθέρωσε την περιοχή. Χαρακτηριστική ήταν η γενναιότητα του Παρθένη που τραυματίσθηκε στην μάχη της Βέτρινας και εκτός από αυτή την βοήθεια τροφοδοτούσε τον ελληνικό στρατό για ενάμιση μήνα με ζώα από το κοπάδι του.

Η στάση αυτή των κατοίκων δεν ξεχάστηκε από τους Βούλγαρους έτσι το 1916 σχεδόν όλοι οι κάτοικοι της Ράμνας εξορίστηκαν στη Βουλγαρία. Όσοι ήταν στα καπνομάγαζα της Καβάλας εξορίστηκαν στην Σερβίας και μετά από περιπλάνηση τριών ετών γύρισαν πίσω στην Ελλάδα το 1919. Βρήκαν το χωριό τους καταστραμμένο και έτσι αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν στα χωριά Πετρίτσι και Βυρώνεια. Λίγες οικογένειες (περίπου 10) εγκαταστάθηκαν πάλι στην Ράμνα έως τις 6 Απριλίου 1941 που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς και καταστράφηκε τελείως.

Από τους κατοίκους του Νέου Πετριτσίου το 1988 δημιουργείται βλάχικος σύλλογος με το όνομα ΄΄Ράμνα΄΄.

Οι δραστηριότητες του συλλόγου περιλαμβάνουν τη λειτουργία χορευτικών τμημάτων για παιδιά αλλά και μεγάλους και την ηχογράφηση παραδοσιακών τραγουδιών με τραγούδια της Ράμνα.

Ο σύλλογος κάθε χρόνο βραβεύει τους καλύτερους μαθητές του χωριού καθώς και τους εισακτέους στα πανεπιστήμια και Τ.Ε.Ι. αλλά και όποια άλλη αξιόλογη προσπάθεια γίνεται.

Οργανώνει ομιλίες με διάφορα θέματα και συμμετέχει κάθε χρόνο στο αντάμωμα που οργανώνει η Πανελλήνια Ένωση Βλάχων.

Το καλοκαίρι και τις αποκριές διοργανώνονται χοροί. Οργανώνονται επίσης εκδρομές για τα μέλη του συλλόγου αλλά και όποιον θέλει να συμμετάσχει.

Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα παραπάνω ήταν και θα εξακολουθήσει να είναι ένας πολύ σημαντικός Σύλλογος για όλους εμάς που θέλουμε να λεγόμαστε Βλάχοι.